Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Σκοτώνοντας το φως

Όντα απόκοσμα, περπατούν και φέρουν την ευωδία της τέχνης, πανταχού ξένοι, παρατηρητές, με την παιδική αναζήτηση χαραγμένη αιώνια στο βλέμμα. Ξεχωριστή προέκταση της ύπαρξης τους, το όπλο τους, μαύρο και παγερό. Δολοφόνοι άριστοι, αναζητούν θηράματα παντού, σε έρωτες, σε πάθη, στο μίσος, στο κενό, στο σκοτάδι, στο άπλετο εξαγνιστικό φως. Όσο σκοτώνουν, τόσο χάνονται στο παρόν, και χαράσσονται στο σώμα της αιωνιότητας. Σφαίρες, δεν πουλάει κανείς, μόνο κόβουν κομμάτια από την ψυχή τους, τα σφυρηλατούν και οπλίζουν. Εστιάζουν - πυροβολούν - βαλσαμώνουν. Οι φωτογράφοι, εραστές με το άγνωστο, λάτρεις του αιώνιου, νεκροί στο παρόν. 

Μια φωτογραφία αρκεί, για να κάνει κανείς ένα μεγάλο ταξίδι. Μια φωτογραφία αρκεί για να τρέξουμε προς τα πίσω, σε εκείνες τις μυρωδιές, τους ήχους, να νιώσουμε και πάλι τη βροχή να μας ξεγυμνώνει ή τη μεγαλειότητα εκείνου το ανοιξιάτικου ήλιου. Μια φωτογραφία αρκεί για να υπερνικήσουμε την αδύναμη μνήμη μας, για να ξυπνήσουμε τα καλά θαμμένα συναισθήματα, τον παλιό μας εαυτό, έναν παλιό μας εαυτό. Εξωτικά τοπία, πόλεις, οικογένειες, ζευγάρια, πορτραίτα, στιγμές, στιγμές, στιγμές, πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Ένα κομμάτι χαρτί γεμάτο με  μια εικόνα, χίλιες λέξεις, εκατομμύρια σκέψεων, τη ζωή σε δύο διαστάσεις. Και πίσω από όλα αυτά, τα περίεργα τούτα ανθρωπάρια, οι φωτογράφοι. 

Οι φωτογράφοι, με το πέρας των χρόνων κατάφεραν να πάρουν τη μορφή ανθρώπου για να περνούν απαρατήρητοι. Κάποτε δεν υπήρχαν, ή καλύτερα δεν υπήρχαν ευνοϊκές συνθήκες για τη δημιουργία και επιβίωση τους. Σήμερα, εντούτοις, τα όπλα τα κάναμε ασήμαντα πολύχρωμα παιχνίδια,ι κανά να αποτυπώσουν μόνο φωτογραφίες άδειες, καμένες, με πρόσωπα γεμάτα pixel και αβεβαιότητα, στιγμές του τίποτα, κυριευμένες από την ανάγκη για επίδειξη. Σήμερα, όπλα αγοράζεις παντού, μα σφαίρες ξεχάσαμε να φτιάχνουμε, ή τρομάξαμε, και περιτριγυριστήκαμε από στιγμές μαχαιρωμένες και λιπόθυμες να κραυγάζουν για βοήθεια. Σήμερα, που όλοι βγάζουν φωτογραφίες, οι φωτογράφοι είναι υπό εξαφάνιση, κυκλοφορώντας βουτηγμένοι στο αίμα, γιατί το μόνο που έμαθαν να κάνουν είναι να εστιάζουν, να πυροβολούν, και να βαλσαμώνουν. Γιατί είναι οι μόνοι που ξέρουν, πως για να φυλακίσεις μια στιγμή, ένα κομμάτι ψυχής πρέπει να πεθάνει. 

Κοίτα τους, μίλα τους, άκουσέ τους, πλησίασέ τους, ερωτεύσου τους, μίσησε τους, παρατήρησέ τους, αγκάλιασέ τους, φώναξέ τους, φωτογράφισε τους, ξέχνα τους. 

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Τιποτένιο τέλος

Μόλις το βαρύ κρύο έκλεισε την πόρτα πίσω του, τα χιόνια έλιωσαν και η βρωμιά σου απλώθηκε παντού. Μια μυρωδιά διακριτή, μοναδική, από αυτές που σκαρφαλώνουν στο βαθύτερο του μυαλού και κατακλύζει ό,τι αφελώς ονομάσαμε ζωή. Η απόλυτη μικρότητα μας, στιγμή προς στιγμή, δε χάνει ευκαιρία να μας κάνει περήφανους. Η περηφάνια όμως, χάνεται με τον ήλιο και το καλοκαίρι εξατμίζεται. Την περασμένη άνοιξη, εκπαίδευσα το μελάνι μου για δηλητήριο, και τα νύχια μου ακόνισα ώρες πριν το ταξίδι που τελικα δεν θα κάνω ποτέ. Αγόρασα κονσέρβες συμπόνιας και συμπαράστασης με το ακριβότερο άρωμα παρουσίας με μόνο σκοπό να γεμίσω το κρανίο σου ενοχές. Το φύλλο, φίλο έκανα και προστάτη να φυλάγομαι από τις πάντα αργοπορημένες σκέψεις της αυτοκτονίας σου. Ακριβώς πάνω σ αυτή τη στιγμή της εσωτερικής πτώχευσης η επιλογή είναι σκληρή : τα σύνορα γκρεμίζονται ή τοίχοι υψώνονται στη θέση τους. 

Ένατη Ανάγκη


Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012
Πώς ξεκινούν οι άνθρωποι και πώς τελειώνουν. Άραγε μοιάζουν με τη βροχή; Πρώτα σύννεφα, νεροποντή και φινάλε το ουράνιο τόξο. Ή μήπως είναι το αντίθετο; Και όταν φύγουν τα σύννεφα, τα νεκρά αστέρια σε κάνουν να ξεχνάς το ταξίδι του μυτερού βέλους. Πού ξεκινούν και πού τελειώνουν οι άνθρωποι; Γεννιούνται στο πάτωμα; Ή όσο πάει χάνουν και χάνουν όπως το χρώμα από τα ρούχα σου; Φορές φορές σκέφτομαι να αρπάξω έναν άνθρωπο και να το φορέσω. Μετά, όμως, θυμάμαι το συμβόλαιο: να περπατώ γυμνός. Ό,τι βάζω στο μαγαζί μου το φτιάχνω όμορφο όμορφο και μετά με πουλάει για να πουληθεί ακριβά. Με πουλάει και με σκίζει όλο και παραπάνω. Πώς σκέφτονται οι άνθρωποι; Βελόνα… Άλλοι έχουν πιο λίγες και άλλοι πιο πολλές καρδιές; Κλωστή… Πώς ζουν οι άνθρωποι; Δάχτυλα… Γεννιούνται και πεθαίνουν μόνοι; Υπομονή… Πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι; Φαντασία… Και εσύ; Και εσύ… Πού είσαι τώρα;

Κονσερβοκούτια


Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Χίλια μπαγκάζια μέτρησα στην πλάτη σου και σου πα « Άστα, θα τα πάρω εγώ». Δεν άντεχα. Και το μόνο, σε είχα δει να γυρνάς σε δρόμους μόνη, να χορεύεις με αγνώστους και να πουλιέσαι σε χρυσαφένια δάχτυλα. Καμιά φορά θαρρώ πως τα αντέχω όλα. Σου σπρώχνω ένα ψεύτικο χαμόγελο και δυο ωραία λόγια. Εσύ πέφτεις και ανοίγεις την καρδιά σου. Καμιά φορά ζω με φίλους κονσέρβες. Δεν αργούν να μυρίσουν. Καμιά φορά νομίζω πως η αγάπη είναι ανιδιοτελής. Δεν είναι. Καμιά φορά πεινάω και όλο το φαί μου λείπει. Αγαπητέ μου κλέφτη.

Δωματιάκι


Παρασκευή, 20 Μαϊου 2011

Ένα μικρό δωματιάκι ζητάω και γω να βρίσκω την ησυχία μου που και που γιατί οι φωνές σας με κούρασαν. Ένα μικρό δωματιάκι μέσα στο μεγαλύτερο που από συνήθεια το λέμε ζωή. Διαφέρουν πολύ οι ζωές μας. Η δική μου έχει πολλά παράθυρα και κάθε μέρα χτίζω, ή μαλλον γκρεμίζω, και από ένα μικρό, ίσα να χωράει μια τρίχα από τα μαλλιά του ήλιου. Όταν μεγαλώσω αρκετά ελπίζω να γίνει μεγάλο και να μπορώ να δέχομαι ολόκληρη την κόμη του. Σίγουρα ο Ήλιος θα έχει μακρύ κατάξανθο μαλλί μέχρι το γόνατο περίπου. Η δική μου ζωούλα έχει και λιγάκι κρύο, γι αυτό κουρνιάζω τα βράδια στις γωνίες. Λεφτά για θέρμανση δε σπαταλάω. Λεφτά δε βγάζω. Μόνο μικρές τρύπες που μοιάζουν με παράθυρα γκρεμίζω. Μαρέσει πολύ να σας βλέπω να περνάτε από έξω. Μερικοί με λυπάστε, άλλοι με θαυμάζετε, άλλοι ούτε καν κοιτάτε. Ελάχιστοι χτυπάτε το τζαμάκι και μου χαρίζετε μια κουβέντα, ένα «γεια». Επισκέπτες δεν έρχεστε ποτέ. Υποθέτω πως κρυώνετε ή νομίζετε πως δε χωράτε. Θα σας το μαρτυρήσω, βέβαια, πως θαμαστε τόσο δα στριμωγμένοι, αλλά εμένα η γριά μου με μαθε πως χίλιοι καλοί χωράνε, και ποτέ ψέματα δεν άκουσα από τα χείλη της. Δε μαρέσει καθόλου όταν τρέχετε, τα γρήγορα βήματα με ξυπνούν απότομα. Μη βιάζεστε. Μισώ όταν φωνάζετε και θυμώνετε. Ακούστε. Σας παρακαλώ, μη μου δείχνετε με δάχτυλο σας, όσο κοντά κομμένα και καλλωπισμένα και αν είναι τα νύχια σας. Τη ψυχή μου τη θέλω καθαρή. Γι αυτό το ζητάω ένα το δωματιάκι και ας έχει ένα παραθυράκι που να κοιτάει την άλλη μεριά. Να βλέπει αγάπη και χαρά, και τον ήλιο όταν δύει. Να βρω και γω δυο φιλαράκια σαν εμένα, που σιχάθηκα το ψέμα σας. Δυο φιλαράκια με μάτια λαμπερά, πρόθυμα να κοντοσταθούν στα πόδια άγνωστων περαστικών με βήμα αργό, σχεδόν ποιητικό. Ένα μικρό δωματιάκι ζητάω και γω να βρίσκω την ησυχία μου που και που γιατί οι φωνές σας με κούρασαν.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Η χειραψία ενός κουλού

 Ο Άγγελος Σιδηρόπουλος δεν γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Δηλώνει κάτοικος του σύμπαντος, παράνομος μετανάστης, φτωχός, άστεγος, πόρνη, τα πάντα και τίποτα. Σπουδάζει να γίνει παιδί, καθώς παράλληλα εργάζεται στην απεραντοσύνη του σήμερα. Στον ελεύθερό του χρόνο απολαμβάνει μυρωδιές, ήχους, χρώματα, χάδια και γεύσεις, αφού πιστεύει πως είναι ανίκανος και απρόθυμος να αντιληφθεί οτιδήποτε παραπάνω από αυτά. Στις εξέχουσες ικανότητες του συγκαταλέγονται ο χειρισμός μελανιού, ο ανώδυνος απαγχονισμός και το ακριβές βαλσάμωμα στιγμών, η ερμηνεία και η παρερμήνευση, καθώς επίσης και η διαστρέβλωση κάθε αλήθειας. Έμπειρα αμφίβολος και δεινός σκοπευτής δεν χάνει ευκαιρία να χρωματίζει το ασπρόμαυρο και να εκθρονίζει ήρωες και δόγματα.

Ο Άγγελος Σιδηρόπουλος δεν είναι. Με οστά από ιδέες, σάρκα από αισθήματα, και οπλισμένο πνεύμα δημιουργήθηκε για να εκφράσει ένα κομμάτι του "εγώ", προκύπτει από την ακαταμάχητη ανάγκη για το απρόσωπο, το άυλο, το αμόλυντο, το κενό. Εκεί που επικρατεί η απόλυτη σιγή και η ίδια η ύπαρξη αμφισβητείται, ένας κρότος φέρνει την αταξία, έτσι ώστε να χαραχθεί το μονοπάτι προς το χάος, η τελειότητα να καταστραφεί, αφήνοντας πίσω της την ιερή στάχτη, το λίπασμα της αναγέννησης. Μόνη προϋπόθεση η ικανότητα για μετουσίωση.

Ο Άγγελος Σιδηρόπουλος δημιουργήθηκε από χώμα και νερό για να μελετήσει, να χαράξει, να δημιουργήσει και να χαθεί. Επέλεξε να μη γεννηθεί για να μην πεθάνει ποτέ.